ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ Η΄ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΗ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ Η΄ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Πότε μιλάμε για συνδεδεμένες συμβάσεις πίστωσης;

Στο άρθρο 15 της Κ.Υ.Α. Ζ1 – 699/23.06.2010 ρυθμίζεται η περίπτωση κατά την οποία ο καταναλωτής συνάπτει μια σύμβαση πιστώσεως για την προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών από πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που παρέχει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες. Η σύμβαση πίστωσης, θα πρέπει να εξυπηρετεί αποκλειστικά την μερική ή την εξ ολοκλήρου χρηματοδότηση της συμβάσεως παροχής αγαθών η υπηρεσιών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η χρηματοδότηση από τράπεζα προγράμματος σε ινστιτούτο αδυνατίσματος ή η αγορά αυτοκινήτου όχι με δόσεις στον προμηθευτή αλλά μέσω δανείου από πιστωτικό ίδρυμα αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό.

Ποια διευκόλυνση παρέχεται στον πιστολήπτη καταναλωτή και υπό ποια δικαιολόγηση;

Η οδηγία 2008/48/ΕΚ και κατ’ εφαρμογή της, η Κ.Υ.Α. Ζ1 – 699/23.06.2010, παρέχει στην περίπτωση αυτή στο άρθρο 15, κατά διάσπαση της αρχής της σχετικότητας των ενοχών, το δικαίωμα στον καταναλωτή να αντιτάσσει ενστάσεις και να ασκεί δικαιώματά του από τη σύμβαση προμήθειας και κατά του πιστωτικού φορέα, μολονότι είναι τρίτος προς τη σύμβαση αυτή. Η απόκλιση αυτή από την αρχή της σχετικότητας των ενοχών δικαιολογείται από την καλή πίστη και τη θεωρία του δικαιοπρακτικού θεμελίου (σύμβαση πιστώσεως έχει ως υποκειμενικό δικαιοπρακτικό θεμέλιο τη σύμβαση προμήθειας) του άρθρου 288 ΑΚ στο πλαίσιο της στενής οικονομικής ενότητας των δύο συμβάσεων, παρά την νομική τους αυτοτέλεια.

Πότε γεννιούνται δικαιώματα του καταναλωτή – πιστολήπτη κατά του πιστωτικού φορέα;

Σε κάθε περίπτωση τα δικαιώματα του καταναλωτή – πιστολήπτη κατά του πιστωτικού φορέα γεννιούνται για αγαθά που δεν παρασχέθηκαν ή παρασχέθηκαν εν μέρει ή ήταν άλλα των συμφωνηθέντων και όχι σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης.

Ποια ακριβώς τα δικαιώματα που ο καταναλωτής μπορεί να αντιτάξει τελικά κατά του πιστωτικού φορέα που χρηματοδότησε την «ελαττωματική» σύμβαση προμήθειας;

Ζήτημα τίθεται ως προς το ποια είναι τα δικαιώματα που ο καταναλωτής μπορεί να ασκήσει και έναντι του πιστωτικού φορέα.

1.    Το δικαίωμα υπαναχώρησης

Κατ’ αρχάς, εφόσον γεννάται δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση προμήθειας είτε στο πλαίσιο του άρθρου 540 ΑΚ, είτε στο πλαίσιο του ν. 2251/1994 για τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, αυτή επεκτείνεται και στη συνδεδεμένη σύμβαση προμήθειας. Εφόσον υπάρξει ανατροπή των συνδεδεμένων συμβάσεων κατόπιν ασκήσεως του διαπλαστικού δικαιώματος της υπαναχώρησης, πραγματοποιείται κατά το άρθρο 389§2 ΑΚ αναζήτηση των καταβληθέντων κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στο σημείο αυτό το θέμα που προκύπτει είναι με ποιόν τρόπο ο πιστωτικός φορέας θα αναζητήσει τους οφειλόμενους σε αυτόν τόκους. Κατά μία άποψη θα στραφεί  κατά του προμηθευτή, καθώς η ανατροπή της συμβάσεως πίστωσης ανάγεται στη δική του σφαίρα ευθύνης, ωστόσο στο σημείο αυτό εμφανίζεται το πρόβλημα του ότι ο καταναλωτής υπαναχώρησε από τη σύμβαση πίστωσης και όχι ο προμηθευτής για την οποία και ήταν τρίτο πρόσωπο. Έτσι κατά μία δεύτερη άποψη, ο πιστωτικός φορέας θα στραφεί κατά του αντισυμβαλλόμενου του-καταναλωτή και ο καταναλωτής θα στραφεί κατά του προμηθευτή.

2.    Τα δικαιώματα του άρθρου 540 επ. ΑΚ

Σε ό, τι αφορά τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ, ορθότερο είναι να θεωρηθεί ότι ο καταναλωτής μπορεί να ασκήσει κατά του πιστωτικού φορέα μόνο τα δικαιώματα που προσιδιάζουν στη φύση του τελευταίου ως τέτοιου. Με αυτή την αφετηρία, δε, μπορεί να ασκηθεί κατά του πιστωτικού φορέα λόγου χάρη, το δικαίωμα διόρθωσης ή αντικατάστασης, αλλά μπορεί να προβληθεί κατά αυτού η ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος του άρθρου 374 ΑΚ και ο πιστολήπτης να μην καταβάλλει τη δόση του δανείου για όσο χρόνο ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο του άρθρου 543 ΑΚ. Στη θέση της μείωσης του τιμήματος αντιστοιχεί η μείωση των δόσεων ή η αναζήτηση των ήδη καταβληθέντων. Αποζημίωση του καταναλωτή από τον πιστωτικό φορέα μπορεί να γίνει κατ’ εξαίρεση δεκτή στο πλαίσιο του άρθρο 543 ΑΚ εφόσον αυτός βαρύνεται με πταίσμα για την παροχή του ελαττωματικού πράγματος από τον προμηθευτή, ενώ πιθανή είναι και η εύλογη αποζημίωση κατά την κρίση του δικαστηρίου, εφόσον ασκηθεί το δικαίωμα υπαναχώρησης, στο πλαίσιο του άρθρου 387 ΑΚ.

 

Η επικουρικότητα της άσκησης των δικαιωμάτων κατά του πιστωτικού φορέα

Η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών κατά του πιστωτικού φορέα κατά το άρθρο 15§2 της Κ.Υ.Α. Ζ1 – 699/23.06.2010 είναι επικουρική της ανεπιτυχούς άσκησης κατά του προμηθευτή, με την έννοια του ότι απαιτείται να έχουν αυτά πρώτα ασκηθεί κατά του προμηθευτή δίχως αποτέλεσμα. Προς απόδειξη της ανεπιτυχούς τους άσκησης και με δεδομένο το γεγονός ότι με τη στροφή κατά του πιστωτικού φορέα πραγματοποιείται μια εξαίρεση από την αρχή της σχετικότητας των ενοχών και οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται όσο το δυνατόν στενότερα, ορθότερο είναι να θεωρήσουμε ότι τα δικαιώματα αυτά θα πρέπει να έχουν ασκηθεί δικαστικά κατά του προμηθευτή, προκειμένου να έχει κριθεί η ανεπιτυχής τους άσκηση.

© 2017 fikirislaw.gr -Κατασκευή Ιστοσελίδων Nakpro

logo-footer